λεῶ

λαός
men
masc gen sg (doric ionic aeolic)
λαός
men
masc acc sg (attic)
λεάζω
to be smooth
fut ind act 1st sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Λεῴ — Λεῴ̆ , Λεώς men masc nom pl (attic epic ionic) Λεῴ̆ , Λεώς men masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέω — (σπάν. λέγω), είπα βλ. πίν. 174 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λεῴ — λεώ̆ι , λαός men masc dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λεώ — Λεώ̆ , Λεώς men masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λέω — Λέω̆ , Λής masc gen sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λέω — βλ. λέγω …   Dictionary of Greek

  • λέω — [лэо] р. говорть, высказывать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • λεῷ — λαός men masc dat sg (ionic) λεάζω to be smooth fut opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεώ — λαός men masc nom/voc/acc dual (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λεώι — Λεῴ̆ , Λεώς men masc nom pl (attic epic ionic) Λεῴ̆ , Λεώς men masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.